ερασιτεχνισμός


ερασιτεχνισμός
ο [ερασιτέχνης]
η ερασιτεχνία.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ερασιτεχνισμός — ο 1.η εξαιρετική αγάπη για κάθε τέχνη. 2. η ασχολία με κάτι ερασιτεχνικά κι όχι επαγγελματικά. 3. η ιδιότητα του ερασιτέχνη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διλεταντισμός — και ντιλεταντισμός, ο η ιδιότητα τού διλετάντη, ο ερασιτεχνισμός …   Dictionary of Greek

  • Χέρτσεν, Αλεξάντρ Ιβάνοβιτς — (Μόσχα 1812 – Παρίσι 1870). Ρώσος συγγραφέας. Σπούδασε μαθηματικά στο πανεπιστήμιο της Μόσχας, από νέος όμως ακόμα συγκρότησε, μαζί με τον Ογκαριόφ, την πρώτη σοσιαλιστική ομάδα γαλλικής επίδρασης. Το 1834 εξορίστηκε στο Περμ, ξαναγύρισε στη… …   Dictionary of Greek

  • ντιλεταντισμός — ο ερασιτεχνισμός …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)